Ένας μαραμένος φίκος, το ζευγάρι του τρίτου και ο γιος της Τασίας.

του Δημήτρη Βέρρου.

 

Στέκεσαι εκεί ή μάλλον χάσκεις. Μοιάζεις αβέβαιη και κάπως στωική. Μοιάζεις με ξύλινη κούκλα παλαιοπωλείου. Μάτια ορθάνοιχτα, ρούχα στην τσάκιση, χέρια μετέωρα, πόδια εν κινήσει. Κόσμος πάει, κόσμος έρχεται, αλλά εσύ εκεί, αβέβαιη με το ένα πόδι στον αέρα σαν να ετοιμάζεσαι να χορέψεις. Έχασες τον δρόμο; Η αλήθεια είναι ότι δεν σε θυμάσαι να περπατάς. Δεν σε θυμάσαι να βγαίνεις από το σπίτι. Μπορεί κάλλιστα κάποιος να ήρθε και να σε έστησε σε αυτό το σημείο. Να σε κούρδισε και να σε άφησε προς παρατήρηση τρίτων. Τον τελευταίο καιρό ξεχνάς. Δικαιολογείς τις απλές μηχανικές κινήσεις. Την αίσθηση των ρούχων στην επιδερμίδα σου, την γεύση του καφέ το πρωί. Το ξεκατίνιασμα της γειτόνισσας απέναντι και τον καβγά του ζευγαριού στον τρίτο, που δεν λέει να τελειώσει ποτέ. Αυτός καταριέται την στιγμή που την γνώρισε και εκείνη θυμάται έναν παλιό γκόμενο που της φερόταν σαν πραγματική κυρία. Έπειτα απλώνει τόνους μεικ απ για να καλύψει τα αποδεικτικά στοιχεία, ρίχνει όλα της τα πράγματα σε μια ταλαιπωρημένη βαλίτσα, αλλά πριν φύγει κοντοστέκεται. Διστάζει να κάνει το βήμα. Έπειτα γυρίζει πίσω, τοποθετεί τα πάντα στην θέση τους και ετοιμάζει το φαγητό για το μεσημέρι. Μοσχαράκι κοκκινιστό θα κάνει με λίγο από την ζωή της. Έτσι ξεκινάνε πάλι όλα από την αρχή.

  Εσύ τα γνωρίζεις όλα αυτά από την κυρία Τασία απέναντι, πραγματική κουτσομπόλα και μάνα δις χωρίς έγνοιες και ανησυχίες πια για τα καμάρια της. Η μία, η μεγάλη, παντρεύτηκε τον εφηβικό της έρωτα και ξενιτεύτηκε στας Γερμανίας για ένα καλύτερο μέλλον. Της στέλνει γράμματα και φωτογραφίες από την νέα της ζωή και η Τασία τις κολλάει στο ψυγείο δίπλα από την λίστα για το σουπερ. Ο μικρός είναι ευαίσθητος, το πουλάκι της και ακόμα ψάχνει την κλίση του. Στα τριάντα και ζωγράφος, παύλα, καλλιτέχνης εκθέτει τα έργα του στον δρόμο. Πρόσωπα καθημερινά, οικεία・Σώματα γυμνά με πληγές, πεσμένα στήθη και στραβά πόδια・ Πρόσωπα κενά, πρόσωπα δυστυχισμένα. Ο πατέρας του, του έδωσε τελεσίγραφο, αλλά η Τασία πιστεύει στο ταλέντο του κανακάρη της.

   «Ο γιος μου είναι μόνος του» σου λέει κάθε φορά που σε βλέπει και σε κοιτάει όλο νόημα. Εσύ την κοιτάς και της χαμογελάς χωρίς να πεις κάτι. Φεύγεις μακριά πριν στεριώσει το προξενιό, γιατί πνίγεσαι από την τόση οικειότητα. Δεν είσαι έτοιμη να γίνεις μέρος κάποιου ανθρώπου και δεν θέλεις κιόλας. Στο σπίτι σου έχεις έναν φίκο και αυτός είναι μαραμένος. Τα φύλλα του είναι κίτρινα κι έχουν πέσει από την παραίτηση. Τα πιάτα στον νεροχύτη έχουν γίνει στοίβα και η βρύση ακόμα τρέχει με ένα ενοχλητικό «πλοπ – πλοπ» που σε ξυπνάει μέσα στην νύχτα・ Καταλήγεις να κοιτάς την ρωγμή στο ταβάνι πάνω από το κεφάλι σου. Είναι τεράστια η γραμμή και χωρίζει το ταβάνι ακριβώς στην μέση. Κάποιες φορές σκέφτεσαι πως θα πέσει και θα σε πλακώσει την ώρα που θα κοιμάσαι. Θα σε βρουν έπειτα κάτω από τα μπάζα, γκρίζα και γαλήνια σαν την ωραία κοιμωμένη. Αυτά σκέφτεσαι και δεν κοιμάσαι. Κόβεις βόλτες στο σπίτι με ένα τσιγάρο στο στόμα, ακούς το ζευγάρι του τρίτου να πηδιέται με βρωμόλογα και προσποιείσαι πως δεν τους ακούς. Ανοίγεις την τηλεόραση και αλλάζεις τα κανάλια μέχρι να σου κολλήσει κάτι και τελικά την κλείνεις και συνεχίζεις να ακούς το ζευγάρι του τρίτου, που τώρα φτάνει στην κορύφωση. Τελειώνεις το τσιγάρο και βγαίνεις στο μπαλκόνι.

   Η νύχτα είναι γλυκιά. Τα φώτα του δρόμου και τα αυτοκίνητα μοιάζουν σαν να βγήκαν από ταινία. Ακούγεται ο κόσμος που περπατάει και ένας μελωδικός βόμβος που δεν καταλαβαίνεις τι είναι. Ανάβεις κι άλλο τσιγάρο και το καπνίζεις έτσι όπως είσαι με το νυχτικό στο μπαλκόνι. Ο γιος της Τασίας ζωγραφίζει με μανία έναν πίνακα. Τα χέρια του είναι γεμάτα χρώματα και από πάνω δεν φοράει τίποτα. Πιάνεις τον εαυτό σου να παρατηρεί το κορμί του και ξαφνικά συνειδητοποιείς πως ο γιος της Τασίας σε κοιτάει πίσω. Μένετε για λίγα λεπτά έτσι. Εσύ με το νυχτικό και το τσιγάρο κι εκείνος ημίγυμνος με τα χέρια βουτηγμένα στα χρώματα, λες και σκότωσε κάποιον. Υπάρχει κάτι ερωτικό στις ματιές σας. Θέλεις να έρθει εδώ και να πηδηχτείτε κι εσείς όπως το ζευγάρι του τρίτου. Πιθανότατα θα είναι τύπος που θα θέλει να σε ζωγραφίσει πριν την πράξη και τελικά δεν θα το κάνει καθόλου. Ο πίνακάς σου θα είναι ένα σκουπίδι. Ένα τρίγωνο για κεφάλι, μια γραμμή για χέρια και χρώματα περίεργα. Θα σε εκθέσει έπειτα σε έναν δρόμο χωρίς όνομα και όποιος περνάει θα σε βλέπει και θα γελάει μαζί σου. Θα είσαι εκτεθειμένη κι εκείνος θα καμώνεται πως ζωγράφισε την Τζοκόντα. Θα γίνεις η μούσα του και θα σε πηδάει αχρείαστα πρόστυχα και με ακροβατικά κι εσύ θα κοιτάς την ρωγμή στο ταβάνι και θα εύχεσαι να πέσει και να σας πλακώσει και τους δυο. Μπαίνεις μέσα στο σπίτι τελικά, προς αποφυγίν του μοιραίου και δεν βλέπεις ξανά τον γιο της Τασίας.

   Σηκώνεσαι το επόμενο πρωί με πονοκέφαλο. Ντύνεσαι πρόχειρα και αποφεύγεις να κοιτάξεις το σώμα σου στον καθρέφτη. Δεν είσαι άσχημη, αλλά δεν σου αρέσει να κοιτάς τα μάτια σου. Θυμίζουν μελαγχολία. Δύο μάτια που έχουν δει πολλά και θέλουν να ξεχάσουν. Πριν φύγεις από το σπίτι πίνεις άνοστο καφέ, που μάλλον έχει λήξει και βρίζεις , αλλά δεν έχεις χρόνο για περαιτέρω συζήτηση.

  Και να σαι τώρα, στέκεσαι στην στάση του λεωφορείου και μοιάζεις υπνωτισμένη. Αβέβαιη, σαν κούκλα παλαιοπωλείου. Δεν ξέρεις που θέλεις να πας. Δεν γνωρίζεις γιατί ξύπνησες. Σ’ έχει κουράσει αυτή η ζωή, σκέφτεσαι να αυτοκτονήσεις. Θέλεις να γίνει ποιητικά κι έχεις πάρει χάπια για να τελειώσεις την ζωή σου. Τα έχεις αυτή την στιγμή μαζί σου και χώνεις το χέρι σου στην τσέπη για να τα πιάσεις. Τα κρύβεις στην χούφτα σου μέχρι που αυτή ιδρώνει και τα νιώθεις να διαλύονται στην παλάμη σου. Δεν ξέρεις πότε έγινες σαν αυτούς που κορόιδευες. Ο γιατρός σού λέει  πως έχεις κατάθλιψη, αλλά εσύ πιστεύεις πως είσαι απλά κουρασμένη με τον κόσμο. Άλλωστε είναι τόσο εύκολο να διαγνώσεις σε κάποιον ότι έχει κατάθλιψη. Έπειτα τον γεμίζεις με χάπια μέχρι να γίνει κρέμα ο εγκέφαλος κι έχεις επιτύχει! Δεν έχεις πάρει ποτέ τα χάπια. Τα έχεις στο ντουλάπι του μπάνιου να πιάνουν σκόνη.

    Σκέφτεσαι τι θα απογίνει ο φίκος σου όταν θα φύγεις. Σε ποιον κάδο σκουπιδιών θα καταλήξει μαζί με όλα τα υπόλοιπα έπιπλά σου; Θέλεις να μάθεις τι θα γίνει και με το ζευγάρι του τρίτου. Κατά κάποιο τρόπο έχεις δεθεί μαζί τους, τους θεωρείς κομμάτι της ημέρας σου και δεν μπορείς να αποκολληθείς τόσο εύκολα από αυτούς. Ξαφνικά γυρίζεις και ξεκινάς να φύγεις από την στάση. Δεν γνωρίζεις τον προορισμό σου, απλά περπατάς. Δεν μπορούσες να κάτσεις άλλο στην στάση του λεωφορείου και να περιμένεις για κάτι που δεν θα γινόταν ποτέ! Πνίγεσαι! Αυτόματα βγάζεις το χέρι σου από την τσέπη και σκουπίζεσαι πάνω στο ύφασμα του ρούχου. Αφήνονται υπολείμματα ιδρώτα, ναρκωτικού και ζωής. Αποφασίζεις να μην πεθάνεις σήμερα, ούτε αύριο και χαμογελάς. Στον δρόμο πετυχαίνεις έναν παλιό κινηματογράφο, από εκείνους που σου αρέσουν και χώνεσαι μέσα. Παίζει μια ταινία με τον Μάρλον Μπράντο, που την έχεις ξαναδεί και βολεύεσαι καλύτερα στην θέση σου. Η ατμόσφαιρα μυρίζει ποπ κορν με βούτυρο και την ρουφάς μέχρι το μεδούλι. Θυμάσαι την παιδική σου ηλικία και αυτόματα νιώθεις πως είσαι κάποια, πως δεν βαδίζεις στο κενό.

    Το χέρι σου πάει μηχανικά προς τα χάπια που κρύβεις στην τσέπη σου, αλλά γνωρίζεις πως δεν τα χρειάζεσαι, τουλάχιστον όχι τώρα. Θέλεις να παρατηρήσεις λίγο ακόμα το ζευγάρι του τρίτου, από μακριά όπως κάνεις τόσο καιρό και ίσως να δώσεις μια ευκαιρία στον γιο της Τασίας. Μπορεί ο πίνακας σου τελικά να αξίζει. Μπορεί να φέρεται και σε σένα σαν πραγματική κυρία. Κλείνεις τα μάτια και φαντάζεσαι το καινούριο σενάριο με ένα μειδίαμα και όταν τ΄ανοίγεις μπορείς επιτέλους να πάρεις ανάσα. Είναι σαν να έσπασε ένα φράγμα μέσα σου και τώρα ανασαίνεις για πρώτη φορά σωστά μετά από πολλά χρόνια.

   Είναι μια καλή μέρα για να ξεκινήσεις την ζωή σου, σκέφτεσαι, και πραγματικά το εννοείς.

 

 

verros

Μια ξανθιά, ένας Κινέζος κι ένας Μπάρμαν -Ρομπότ.

του Δημήτρη Βέρρου, 

 

Η ώρα είναι 12:00 το βράδυ. Η τουλάχιστον έτσι πιστεύω. Δεν έχω πάνω μου ρολόι, δεν μου αρέσει να ξέρω τι ώρα είναι. Μ αρέσει να εκμεταλλεύομαι την στιγμή και αν κοιτάω την ώρα νιώθω πως ζω σε μια γυάλα και ότι σύντομα το οξυγόνο μου θα τελειώσει. Νιώθω πως παίζω σε ένα από εκείνα τα τηλεπαιχνίδια που μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα πρέπει να αποδείξεις ότι είσαι έξυπνος και αν δεν το κάνεις, όλοι σε κοιτάνε με λύπηση. Κοίτα τον καημένο, λένε, δεν γνωρίζει ούτε τα βασικά! Οπότε όχι! Δεν θέλω να ξέρω την ώρα. Πνίγομαι! Ο χρόνος άλλωστε είναι σχετικός, έτσι λένε. Εδώ είναι μεσάνυχτα, αλλά στην Κίνα μπορεί να είναι πρωί. Με πιάνεις ;

    Κατηφορίζω σε ένα δρομάκι μια άγνωστη ώρα λοιπόν. Γύρω μου ακούγονται κόρνες αυτοκινήτου, σειρήνες ασθενοφόρου και αλυχτίσματα σκύλων. Ίσως πεινάνε, ίσως πονάνε , ίσως πάλι θέλουν να ζευγαρώσουν. Έχω ακούσει πως τα ζώα πρέπει να καλέσουν το ένα το άλλο σε ερωτικό ουρλιαχτό για να κάνουν αισθητή την επιθυμία τους. Δεν είναι αστείο; Σκέψου να το κάναμε κι εμείς αυτό. Θα ήταν τρελό ! Το σκέφτομαι λίγο ακόμα και καταλήγω στην απόφαση πως και οι ανθρώπινες σχέσεις δεν διαφέρουν πολύ. Αντί να ουρλιάζουμε κάνουμε άλλα πράγματα που ίσως ήταν προτιμότερο το ουρλιαχτό τελικά. Αλλά αυτό είναι συζήτηση για άλλη στιγμή. Έχω βγει από το δρομάκι και κοιτάω δεξιά και αριστερά προς απόφαση διαδρομής. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα έναν συγκεκριμένο προορισμό. Ήθελα μόνο να πιω , να καπνίσω και να ακούσω μουσική. Όπως κάθε βράδυ. Στην τσέπη μου κουδουνίζουν μερικά χρήματα και είναι τα τελευταία που έχω. Λογικά θα μου φτάσουν για μια μπύρα και ένα σφηνάκι. Άλλωστε δεν είμαι για περισσότερα.

     Ο κεντρικός δρόμος είναι ταραχώδης και τόσο φωτεινός που κάνει τα μάτια μου να πονάνε. Νομίζω πως δεν έχω συνέλθει ακόμα από το χθεσινό μεθύσι. Περιλάμβανε πολλά ποτήρια ουίσκι, μια ξανθιά , που σίγουρα θα μου ράγιζε την καρδιά και έναν Κινέζο.  Δεν ξέρω που βρέθηκε ο Κινέζος και τώρα νιώθω πως λέω ένα ανέκδοτο φίλου για να γελάσετε . Σας υπόσχομαι πως δεν είναι ανέκδοτο. Σκέφτομαι όμως αυτό που είπα πριν για την Κίνα και τον χρόνο. Μήπως τελικά βρίσκομαι στην Κίνα; Κοιτάω αριστερά και δεξιά τον δρόμο, τα σπίτια και τα κτίρια, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω που είμαι. Η αλήθεια είναι πως τελευταία αλλάζω συχνά μέρος διαμονής. Θα μπορούσα να είμαι νομάς. Θα μπορούσα επίσης να είμαι και στην Κίνα! Η ιδέα αρχίζει και μου αρέσει. Το μόνο πρόβλημα είναι πως δεν είναι πρωί και δεν βλέπω κανέναν Κινέζο στον δρόμο. Μόνο άδεια πρόσωπα που βιάζονται να πάνε κάπου.

     Αποφασίζω να κουνηθώ από την θέση μου κοντά στον δρόμο και επιλέγω να πάω αριστερά. Ίσως έπρεπε να πάω δεξιά. Όπως και να χει, δεν θα μάθω ποτέ ποια θα μπορούσε να είναι η άλλη εκδοχή της ιστορίας. Καθώς περπατάω κοιτάω τα μαγαζιά γύρω μου για να αποφασίσω που θα μπω να ξοδέψω τα τελευταία μου χρήματα. Τελικά επιλέγω ένα γκρούβι μπαράκι με νέον φωτισμό, κάδρα με ημίγυμνες γυναίκες στους τοίχους και μουσική που μ αρέσει. Ως εδώ όλα καλά. Κάθομαι στο μπαρ και αμέσως έρχεται κοντά μου ο μπάρμαν, που μοιάζει σαν όλους τους άλλους. Ίδιο μαλλί, ίδιο μούσι, ίδια ρούχα ακόμα και τα τατουάζ. Νιώθω πως είναι κούκλα εμπορίου και όχι αληθινός άνθρωπος.

      <<Τι να σου φέρω;>> Ρωτάει και τον κοιτάω. Θέλω να πεισθώ πως δεν είναι ρομπότ. Πώς πίσω από την μπάρα υπάρχουν αληθινά πόδια και όχι καλώδια.

      << Ψάχνεις κάτι φίλε;>> Θέλω να απαντήσω την «χαμένη σου προσωπικότητα» ,αλλά αυτό θα μου φέρει περισσότερα προβλήματα.

      <<Μια μπύρα>> λέω και βγάζει αμέσως ένα παγωμένο μπουκάλι μπύρας που το αφήνει μπροστά μου , χωρίς κάποιο συναίσθημα.

       <<Κάνει 5 ευρώ>> λέει μετά ξανά ανέκφραστος και γελάω.

     <<Μην με γαμάς ρε φίλε!>> Λέω, γιατί δεν έχω τόσα χρήματα.

    <<Δεν βγάζω εγώ τις τιμές>>.

   <<Άρα δεν είσαι σίγουρος ότι κάνει τόσο>>.

    <<Τόσο κάνει. Τόσο κάνουν όλες>>.

   <<Είσαι σίγουρος;>>

   <<Υπάρχει κάποιο θέμα φίλε; Ή πλήρωσε ή φύγε πριν βρεις τον μπελά σου>>.

   <<Εντάξει φίλε>>.

   Βγάζω τα κέρματα από την τσέπη μου και του τα δίνω γνωρίζοντας πως δεν έχω άλλα και το σφηνάκι μου πήγε περίπατο. Θα μπορούσα να διαμαρτυρηθώ. Θα μπορούσα να κάνω σκηνή τύπου γουέστερν, αλλά δεν το έκανα. Δεν το έκανα, γιατί είμαι ένας δειλός μαλάκας. Πίνω την μπύρα με μεγάλες γουλιές και τον παρατηρώ να σκουπίζει επίμονα ένα ποτήρι. Θα ήθελα να μάθω τι συμβαίνει στο μυαλό του, αλλά και πάλι δεν είμαι σίγουρος. Μου φτάνουν οι φωνές στο δικό μου. Ανοίγω το πακέτο με τα τσιγάρα και βλέπω πως έμειναν μόνο δύο. Πίκρα! Στεναχωρήθηκα περισσότερο για τα τσιγάρα παρά για το ότι τελείωσαν τα λεφτά. Δεν γαμιέται!  Σκέφτομαι και βάζω το ένα ανάμεσα στα χείλη μου. Την ώρα που πάω να το ανάψω νιώθω μια παρουσία δίπλα μου. Φοράει μια γλυκερή κολόνια που θυμίζει σάπια φρούτα και καταλαβαίνω πως ήρθε η ώρα για το δικό μου αλύχτισμα.

     <<Κερνάς ένα;>> Με ρωτάει μια φωνή που θα μπορούσε να κάνει λαμπρή καριέρα σε ροζ τηλέφωνα και γυρίζω να την κοιτάξω. Όμορφο πρόσωπο, πλούσια ξανθά μαλλιά, (γιατί με πλησιάζουν μόνο ξανθιές;), μεγάλο στήθος και υπέροχο σώμα. Νιώθω να ζαλίζομαι. Νιώθω το ουρλιαχτό έτοιμο να βγει από το στόμα μου.

     <<Λοιπόν;>> Λέει αργότερα. Με μια κίνηση αλά μπον βιβερ, βγάζω το τελευταίο τσιγάρο από το πακέτο και της το δίνω. Την παρατηρώ να το βάζει ανάμεσα στα χείλη της και να με κοιτάει. Η ανάσα μου κόβεται και το παντελόνι μου φουσκώνει. Φυσάει τον καπνό πάνω μου.

      <<Πώς σε λένε μωρό μου;>>

    <<Έχει αλήθεια τόση σημασία;>>

    <<Γιατί όχι;>> Λέει <<τι φοβάσαι; Η μήπως είσαι κανένας πράκτορας σε αποστολή και δεν θέλεις να χαλάσεις την ταυτότητά σου;>>

    Γελάω. Είναι ένα τρανταχτό γέλιο, από εκείνα που φεύγουν σάλια από το στόμα σου.

    <<Δεν έχω τα φόντα για πράκτορας>>.

   <<Γιατί το λες αυτό ;>>

   <<Δεν τους έχεις δει όλους πως είναι; Σαν μοντέλα περιοδικού! Εγώ έχω περίεργο πρόσωπο, δεν θα έκανα για πράκτορας. Συν ότι φοράω ρούχα που με κάνουν να μοιάζω με παλιάτσο. Αλλά δεν θα τα άλλαζα, είναι τα πιο βολικά ρούχα που έχω φορέσει>>.

    Τώρα γελάει αυτή. Μια μελωδία κακαρίσματος.

   <<Έχεις πλάκα γλύκα μου, αλλά κάνεις λάθος. Είσαι γοητευτικός. Σε πρόσεξα από την πρώτη στιγμή που μπήκες στο μαγαζί>>.

    Δεν ξέρω αν λέει αλήθεια ή ψέματα, το μόνο που ξέρω είναι πως η στύση μου δεν έχει κατέβει. Φαντάζομαι πολλά για τους δυο μας και δεν με νοιάζει αν λέει ψέμματα. Έχω πάψει να πιστεύω τα λόγια του κόσμου. Έχω σταματήσει να πιστεύω στην αληθινή αγάπη. Τελειώνω την μπύρα μου με μια γεμάτη γουλιά και σβήνω το τσιγάρο μου με το μεγάλο μου δάχτυλο.

   <<Να σου πω!>> Λέω σαν να έφαγα φλασιά. << Πιστεύεις πως είμαστε στην Κίνα;>>

   Δεν ξέρω γιατί το ρωτάω αυτό. Το θέμα θα έπρεπε να μην με απασχολεί πια. Αντίθετα, γυρίζει στο κεφάλι μου συνεχώς σαν παράσιτο στο δέρμα.

   <<Δεν ξέρω μωρό μου. Δεν το σκέφτηκα ποτέ>> κοιτάει γύρω της περίεργα. <<Θα μπορούσαμε>>.

   <<Ακριβώς!>> Συμφωνώ με ένα χτύπημα των χεριών. <<Αλλά δεν βλέπω κανέναν Κινέζο εδώ γύρω>>.

    <<Είδα έναν στον δρόμο τώρα που ερχόμουν>>.

    <<Τότε αυτό αρκεί φαντάζομαι>>.

   Μένουμε για λίγο σιωπηλοί μέχρι να τελειώσει κι εκείνη το τσιγάρο της. Συνειδητοποιώ πως δεν την έχω ρωτήσει ακόμα το όνομα της, αλλά δεν θέλω να το μάθω. Αύριο θα την ξεχάσω, δεν θα την δω ξανά και αν ξέρω το όνομα της θα είναι σαν να πήρε ένα κομμάτι μου και το έκανε δικό της . Κι έχω δώσει ήδη αρκετά κομμάτια σε άτομα που δεν το άξιζαν.

    <<Θέλεις να φύγουμε από εδώ;>>

   <<Μαζί;>>

   <<Εκτός αν προτιμάς τον Κινέζο που είδες στον δρόμο>>.

  Σηκώνεται την επόμενη στιγμή από το σκαμπό και κάνω το ίδιο. Το σώμα της φαίνεται πιο καλό τώρα. Αναρωτιέμαι αν μπορεί να δει την στύση μου. Ελπίζω όχι, ακόμα.

   Βγαίνουμε από το μπαρ και περπατάμε δίπλα δίπλα σαν ερωτευμένο ζευγάρι του Χόλυγουντ, αλλά δεν είμαστε έτσι. Περνάμε από το δρομάκι που κατηφόριζα πριν και με μια κίνηση την χώνω εκεί μέσα και την κολλάω στον τοίχο. Πιάνω το πρόσωπό της και ετοιμάζομαι να την φιλήσω, αλλά με σταματάει απότομα.

   <<Ηρέμησε μωρό μου>>.

  <<Δεν αντέχω>> της λέω. <<Σε θέλω εδώ και τώρα!>>

  Με φιλάει και χώνω την γλώσσα μου στο στόμα της. Σταματάμε. Απομακρύνεται.

   <<Εδώ πιο κάτω είναι το σπίτι μου>>.

  <<Φύγαμε!>> Λέω χωρίς να περιμένω κάποια άλλη απάντηση και την τραβάω από το χέρι. Τώρα που την γεύτηκα δεν μπορώ να ξεκολλήσω. Είμαι σαν μεθυσμένος και δεν θέλω να σταματήσω να πίνω.

   Φτάνουμε σπίτι της, ένα μικρό δυάρι ακατάστατο και βρώμικο, θυμίζει το δικό μου. Πετάμε ρούχα και παπούτσια όπου βρίσκουμε και πέφτουμε σε ένα μεταλλικό κρεβάτι που τρίζει. Κοιτάω το πρόσωπό της. Είναι όμορφη και δεν ξέρω τι δουλειά έχει μαζί μου.

   <<Υποσχέσου πως δεν θα φύγεις τρέχοντας το πρωί>> λέει και νεύω καταφατικά. <<Θέλω να το ακούσω!>> επιμένει.

    <<Εννοείται. Θα σου κάνω και πρωινό όπως στις ταινίες του Γούντι Άλεν>> αστειεύομαι, αλλά δεν το σχολιάζει.

   Κάνουμε έρωτα. Ήταν η καλύτερη εμπειρία της ζωής μου και όταν τελειώσαμε, νόμιζα πως πετούσα. Σίγουρα ένιωθα διαφορετικός άνθρωπος. Τώρα ξαπλώνουμε δίπλα δίπλα , τα κορμιά μας βουτηγμένα στον ιδρώτα και το στήθος μας ανεβοκατεβαίνει, ρουφάει λαίμαργα ανάσα. Την κοιτάω, χαϊδεύω τα μαλλιά της.

   <<Που ήσουν όλο αυτό τον καιρό;>>

   <<Έψαχνα να σε βρω>>.

   Κλισέ διάλογος και κάπως επιτηδευμένος, αλλά ξέρω πως αυτό που θέλουμε να πούμε το είπαμε. Κοιμόμαστε . Αυτή έχει το κεφάλι της στο στήθος μου κι εγώ χαϊδεύω το κορμί της με τα ακροδάχτυλά μου. Ο ύπνος είναι λυτρωτικός κι έρχεται γρήγορα.

   Ξυπνάω, επειδή ο ήλιος με τυφλώνει και καλύπτω το πρόσωπό μου με το χέρι μου. Ανοίγω τα μάτια μου και προσπαθώ να καταλάβω που είμαι. Τότε μου έρχεται στο μυαλό. Το μπαράκι, η ξανθιά, ο μπάρμαν -ρομπότ. Κοιτάω και την βλέπω να κοιμάται ακόμα πάνω στο στήθος μου. Μοιάζει γαλήνια και είναι ακόμα πιο όμορφη όταν κοιμάται. Αμέσως σκέφτομαι πως πρέπει να φύγω από εδώ μέσα, πριν ξυπνήσει και χρειαστεί να μείνω και την υπόλοιπη μέρα εδώ πέρα. Και μόνο στην σκέψη η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Παίρνω το κεφάλι της από το στήθος μου και το ακουμπάω στο μαξιλάρι. Σαλεύει, αλλά δεν ξυπνάει.

  Σηκώνομαι και ντύνομαι στα γρήγορα. Βρίσκω τα ρούχα μου πεταμένα σε όλο το σπίτι και τα φοράω όπως – όπως προκειμένου να φύγω από εδώ μέσα. Πριν βγω από το σπίτι βλέπω πάνω σε ένα έπιπλο μερικά χαρτονομίσματα και σκαλώνω. Είναι αρκετά, αλλά δεν πρέπει. Ίσως είναι τα λεφτά που χρειάζεται για να βγάλει τον μήνα. Τα μετράω νοερά και συνειδητοποιώ πως όντως είναι αρκετά, αλλά δεν είναι σωστό. Μην γίνεις κανονικό ρεμάλι!  Λέω στον εαυτό μου, αλλά τα παίρνω. Απλώνω το χέρι μου και τα χώνω στην τσέπη μου. Είναι αρκετά για τσιγάρα, μπύρες και κανονικό φαγητό. Δεν αξίζω άνθρωπο να είναι δίπλα μου, απλά θα τον καταστρέψω. Θα τον σύρω μαζί μου στον βούρκο.

  Με αυτές τις σκέψεις βγαίνω από το σπίτι.

  Καθώς περπατάω στον δρόμο σκέφτομαι όσα έγιναν. Η μέρα τελείωσε ξανά με μια ξανθιά και έναν Κινέζο. Ίσως δεν έπρεπε να πάρω τα λεφτά της. Φαντάζομαι την αντίδραση της όταν ξυπνήσει και δει ότι λείπουν . Τι άνθρωπο θα με κάνει αυτό; Από την άλλη σκέφτομαι πως είμαι ήδη αρκετά κατεστραμμένος για να με απασχολούν τέτοια θέματα.

  Όταν φτάνω σπίτι μου το μόνο που με απασχολεί πια είναι τι θα τα κάνω τα λεφτά και αν βρίσκομαι όντως στην Κίνα. Για το πρώτο έχω απάντηση. Το δεύτερο ίσως δεν το μάθω ποτέ.

   Άλλωστε ο χρόνος είναι σχετικός. Με πιάνεις;

 

verros

Κυριακές

του Δημήτρη Βέρρου

Μισώ τις Κυριακές.

 

Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα όταν ξύπνησα: Μισώ τις Κυριακές, περισσότερο από τις Δευτέρες. Σημάνουν το τέλος των πραγμάτων και ξέρεις πως δεν μου αρέσουν τα τέλη. Είναι οριστικά και συνήθως πονάνε. Αφήνουν μια αίσθηση εγκατάλειψης και πρέπει να βρεις έναν τρόπο να γεμίσεις το κενό.  

 

    Μισώ τις Κυριακές ,γιατί ο χρόνος μοιάζει να κινείται πιο αργά από το κανονικό. Λες και αυτή η μέρα θέλει να διαρκέσει λίγο περισσότερο από τις υπόλοιπες. Να κλέψει την δόξα τους. Δεν μπορώ να σου πω ότι με πιάνει μελαγχολία τις Κυριακές, γιατί τότε θα πρέπει να σου πω ότι σε θέλω εδώ κοντά μου. Δίπλα μου. Ξέρω ότι έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις. Ανήκεις στους ανθρώπους που απολαμβάνουν τις Κυριακές τους και δεν θέλεις να μπλεχτείς με το δικό μου σκοτάδι. Εγώ δεν έχω σηκωθεί ακόμα από το κρεβάτι. Τρέμω στην ιδέα του να το κάνω. Το σπίτι είναι ήσυχο και κρύο, μοιάζει αφιλόξενο χωρίς την παρουσία σου.Το κρεβάτι και η ζέστη του επουλώνουν τις πληγές μου. Είναι μια σκοτεινή μέρα αυτή για μένα. Μια μέρα κατάθλιψης και δεν έχω όρεξη να σηκωθώ. Τα παράθυρα είναι καλά σφραγισμένα και το δωμάτιο σκοτεινό. Ίσα που μπορώ να ακούσω την βροχή έξω να στάζει σε επιφάνειες. Ο αέρας θα μυρίζει νοτισμένο χώμα. Το αγαπημένο σου. 

 

    Μισώ τις Κυριακές και την νωθρότητά τους. Αλλά και πάλι, ίσως αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να περάσει κανείς αυτή την μέρα. Με χαμηλή μουσική που σου φέρνει αναμνήσεις. Με τον ήχο της βροχής και την αίσθηση του σεντονιού στο σώμα σου. Με την μυρωδιά του καπνού από το στριφτό τσιγάρο καθώς ανεβαίνει νωχελικά και χάνεται στο άπειρο. Με την συνοδεία ενός καλού βιβλίου που οι σελίδες του έχουν κιτρινίσει και οι άκρες είναι τσακισμένες από την πολύ χρήση του. Νομίζω έτσι μου αρέσουν οι Κυριακές. 

 

    Αλλά και πάλι, ποτέ δεν ήμουν τύπος που του άρεσαν τα τέλη. 

 

 

verros

Ρουτίνα

του Δημήτρη Βέρρου.

 

Είμαι ψυχαναγκαστικός.

  Λυπάμαι που το λέω, αλλά είμαι. Η καθημερινότητά μου διέπεται από μια ρουτίνα και δεν παρεκκλίνω λεπτό από αυτή, διαφορετικά δεν ξέρω ποιος είμαι. Δεν ξέρω τι κάνω και γιατί.

   Ξυπνάω στις 8, έπειτα από τόσα χρόνια γίνεται πλέον μηχανικά. Πίνω καφέ και τρώω πρωινό, κάθε πρωί αφού πλύνω το πρόσωπό μου σχολαστικά. Μοιάζει με σκηνικό από κάποια χαζή Χολυγουντιανή ταινία, αλλά δεν είναι. Έπειτα ντύνομαι και όση ώρα το κάνω αυτό κοιτάω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Παρατηρώ το σώμα και το πρόσωπό μου. Θέλω να σιγουρευτώ πως είμαι ακόμα εγώ εκεί μέσα , έπειτα από τόσα χρόνια. Προσπαθώ να με θυμηθώ παιδί, έφηβο και τώρα ενήλικα και παρατηρώ όλες τις αλλαγές, κακές ή καλές που μου έχουν συμβεί. Όλες τις ουλές από τα παιχνίδια της παιδικής ηλικίας  και όλα τα φιλιά και τα χάδια από τους έρωτες της εφηβείας. Στην συνέχεια, φοράω τα ακουστικά μου και φεύγω από το σπίτι για να φτάσω στην δουλειά μου. Όταν σχολάω, παίρνω κάτι απέξω να φάω και γυρίζω σπίτι όπου επιλέγω μια ταινία, που λογικά έχω ξαναδεί, και την παρακολουθώ μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Δεν ξέρω αν είμαι μοναχικός, αλλά προτιμώ αυτές τις στιγμές με τον εαυτό μου περισσότερο από τις υπόλοιπες.

   Όλα αυτά συνέβαιναν μέχρι κάποια στιγμή.

Μετά ήρθες εσύ και κάτι μέσα μου άλλαξε.

   Τώρα ξυπνάω πριν την καθορισμένη μου ώρα και πετάγομαι από το κρεβάτι λες και είναι ανάγκη να βγω από εκεί μέσα. Πλένω τα δόντια μου και τρώω πρωινό με γρήγορες κινήσεις. Ντύνομαι με ό,τι βρω μπροστά μου χωρίς να προσέξω το σώμα ή το πρόσωπό μου. Αντίθετα κοιτάω εσένα. Την αντανάκλαση σου στον καθρέφτη μου. Ετοιμάζεσαι κι εσύ όπως εγώ στο διαμέρισμά σου. Τρέχεις σαν τρελή για να προλάβεις, με μια κούπα στο ένα χέρι και το τηλέφωνο στο άλλο. Πόσο καιρό μένεις απέναντί μου; Γιατί δεν σε έχω προσέξει ξανά; Πως σε λένε; Τι δουλειά κάνεις; Ποια είναι η αγαπημένη σου ταινία; Τόσα πράγματα που θέλω να σε ρωτήσω και σε κοιτάω από το παράθυρό μου με ένα χαζό χαμόγελο. Παίρνω τα πράγματά μου και βγαίνω από το σπίτι μου. Ξεχνάω τα ακουστικά μου. Γαμώτο! Δεν προλαβαίνω να γυρίσω να τα πάρω. Κατεβαίνω δύο – δύο τις σκάλες και η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή. Σε προλαβαίνω στην στάση του λεωφορείου. Στέκομαι δίπλα σου. Απέχουμε εκατοστά και γυρίζω να σε κοιτάξω με ένα χαμόγελο που το ανταποδίδεις. Ανταλλάσσουμε «καλημέρες» και χαιρετισμούς, αλλά θέλω κάτι παραπάνω. Θέλω να μάθω τα πιο σκοτεινά σου μυστικά. Τις χαζές φοβίες και τα όνειρα σου. Έχεις αδέλφια ή μήπως είσαι μοναχοκόρη και το καμάρι των γονιών; Πριν προλάβω να πω κάτι άλλο μπαίνεις στο λεωφορείο και χάνεσαι. Η υπόλοιπη μέρα κυλάει αδιάφορα κι εγώ μετράω τις ώρες μέχρι να σε δω ξανά.

    Η ρουτίνα μας συνεχίζεται για μερικές εβδομάδες ακόμα χωρίς μεγάλη πρόοδο πέρα από μερικά «γεια» και «πως είσαι;» που μπορούν να χαρακτηριστούν και ως ντροπιαστικά. Τα βράδια τα περνάς κι εσύ μόνη με κάποια ταινία και χαμηλό φωτισμό. Κοίταξε να δεις που έχουμε κάτι κοινό τελικά!

    Τώρα που τα σκέφτομαι όλα αυτά, μου μοιάζουν τόσο μακρινά. Σαν να μην έγιναν ποτέ στην πραγματικότητα. Αυτή την στιγμή ξαπλώνω στο κρεβάτι χωρίς καμία διάθεση να σηκωθώ. Η ώρα στο ψηφιακό ρολόι δίπλα μου με ενημερώνει πως είναι οχτώ και μισή κι εγώ ακόμα ξαπλώνω, βαρύς σαν άρρωστος. Στο σπίτι υπάρχει μια απροσδιόριστη μυρωδιά, μάλλον από την κουζίνα. Σηκώνομαι και ρίχνω λίγο νερό στο πρόσωπό μου, που έχω καιρό να ξυρίσω. Τα μάτια μου μοιάζουν υποτονικά. Το ψυγείο είναι άδειο, αλλά έτσι και αλλιώς δεν έχω διάθεση να φάω κάτι. Κάθομαι στον καναπέ και κοιτάω απέναντι το διαμέρισμα σου. Είναι άδειο. Μετακόμισες κάποια μέρα που δεν περίμενα και από τότε το σπίτι είναι άψυχο. Σε θυμάμαι να χορεύεις ή να προσπαθείς να χωρέσεις στα ρούχα σου το πρωί πριν την δουλειά και γελάω μελαγχολικά στην θύμησή του. Μάλλον θα τηλεφωνήσω να πω πως είμαι άρρωστος και θα συνεχίσω να κοιτάω το παράθυρο όπως τις προηγούμενες μέρες. Έχω την εντύπωση πως θα χάσω την δουλειά μου, αλλά τώρα δεν με απασχολεί ιδιαίτερα αυτό. Κοιτάω το παράθυρο και περιμένω να σε δω, παρόλο που ξέρω ότι δεν θα φανείς ποτέ ξανά εκεί.

    Είναι περίεργες οι ρουτίνες που ακολουθούμε στην ζωή μας.

    Και είναι ακόμα πιο δύσκολο να ξεφύγεις από αυτές.

 

 

verros

Τα πράγματα που κάνεις για την αγάπη.

του Δημήτρη Βέρρου 

 

Σου δίνω ένα σκηνικό. Είμαστε μαζί , ξαπλώνουμε στον καναπέ. Το μοναδικό φως είναι η τηλεόραση που παίζει κάτι αόριστο. Η μόνη πηγή θερμότητας είναι τα κορμιά μας, μια κουβέρτα και η φλόγα που νιώθουμε στο στήθος μας. Εύχομαι ο χρόνος να σταματούσε τώρα. Να μέναμε για πάντα σε αυτόν τον καναπέ, τα χείλη μας να μην χωρίζονταν ποτέ.

   Αλλά ξέρω πως δεν θα σταματήσει. Σε  λίγο θα πρέπει να φύγεις κι εγώ θα προσποιηθώ πως είμαι εντάξει με αυτή την επιλογή. Θα σου πω, τα λέμε και η πόρτα θα κλείσει ανάμεσά μας. Από την άλλη πλευρά, το πρόσωπό μου θα σκοτεινιάσει και θα περιμένω την επόμενη στιγμή που θα σε δω ξανά. Δεν μου αρέσει να είμαστε μακριά, αλλά το δέχομαι όπως δέχομαι τα κρύα αστεία σου και την παράξενη επιλογή ρούχων που σε κάνουν να μοιάζεις μοναδική.

   Η αλήθεια είναι ότι σε έχω συνηθίσει έτσι και δεν μπορώ να σε φανταστώ αλλιώς. Περνάω τόσο πολύ χρόνο μαζί σου που βλέπω πράγματα στην ζωή μου να αλλάζουν χωρίς να το καταλαβαίνω. Όπως αυτή η εμμονή σου με την υγιεινή διατροφή. Συνηθίζεις να μαγειρεύεις κάτι πράσινο και να αναλύεις τις θρεπτικές ουσίες του κάθε συστατικού ενώ εγώ κοιτάω δύσπιστα τα υλικά. Στην αρχή δεν ήθελα να δοκιμάσω τίποτα , αλλά τελικά με έπεισες και τώρα με στραβοκοιτάς κάθε φορά που προτείνω να παραγγείλουμε φαγητό. Με επηρεάζεις  χωρίς να το καταλαβαίνω και δεν κάνω κάτι για να αλλάξει αυτό. Πλέον δεν έχω πρόβλημα να βλέπω εκείνες τις χαζορομαντικές ταινίες με τα αναμενόμενα κλισέ, γιατί είναι κάτι που κάνουμε μαζί και αποκτά διαφορετική βαρύτητα. Είναι αυτό το χαμόγελο που φωτίζει το πρόσωπό σου. Γι’αυτό το κάνω. Θα δεχόμουν να κάνω και την πιο ευφάνταστη τρέλα σου , αν αυτό σε έκανε ευτυχισμένη. Γιατί ξέρω πως θα ήμουν κι εγώ ευτυχισμένος.

    Κάποιες φορές σκέφτομαι την φράση «Τα πράγματα που κάνεις για την αγάπη» και αναρωτιέμαι πως αξίζει να τα κάνεις αν είναι για τον σωστό άνθρωπο. Εκείνον τον άνθρωπο που κάνει την κάθε μέρα σου διαφορετική με τον τρόπο του. Γιατί η ζωή είναι μια περιπέτεια και πρέπει να την ζεις με τον σωστό άνθρωπο.

    Σήμερα σκέφτομαι να φάω υγιεινά.

Δεν μου αρέσει να τρώω υγιεινά.

 

verros

Δεν γεννήθηκες κλόουν

του Δημήτρη Βέρρου

 

Ξυπνάς

Ανοίγεις τα μάτια σου διάπλατα σαν κούκλα εγγαστρίμυθου. Ο κόσμος είναι σκοτεινός και ξαφνικά το «σόου» ξεκινάει. Παρόλ’ αυτά, ακόμα μένεις ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Η ασφάλεια του παπλώματος είναι λυτρωτική. Κλείνει όλο τον κόσμο έξω και μένεις μόνο εσύ και οι σκέψεις στο κεφάλι σου. Συναίσθημα; Μοναδικό. Νιώθεις βαρύς σαν κούτσουρο και δεν θέλεις να σηκωθείς ακόμα.

   Από την ώρα που γεννιόμαστε μας μαθαίνουν πως πρέπει να ικανοποιούμε τους άλλους, κάποιες φορές, περισσότερο από τον ίδιο μας τον εαυτό. Είναι έμμεσες τακτικές, «υπόγεια» μηνύματα και ίσως μια ελαφριά πλύση εγκεφάλου που μας συμβαίνει ακόμα από μωρά και διαμορφώνει την προσωπικότητά μας. Χωρίς να το καταλάβουμε μεγαλώνουμε και δίνουμε μεγάλη σημασία στο τι θα σκεφτούν οι γονείς μας, ο σύντροφός μας ή ακόμα και ο κάθε άγνωστος.  Για να γίνεις αρεστός ή για να σε θεωρούν έναν «σωστό και καλό» άνθρωπο υιοθετείς συμπεριφορές που στην πραγματικότητα δεν σου αρέσουν, αλλά το κάνεις για να είναι όλοι χαρούμενοι. Φοράς μια μάσκα και βγαίνεις στον κόσμο , έτοιμος να τον καταπλήξεις με την συμπεριφορά σου. Έπειτα , όταν γυρνάς στο σπίτι, πετάς από πάνω σου τον ψεύτικο εαυτό και κυλιέσαι στο κρεβάτι όπου μπορείς να είσαι για λίγο αυτός που πραγματικά θέλεις χωρίς να σε κρίνει κανείς. Και όλη αυτή η πίεση συσσωρεύεται. Νιώθεις πνιγμένος και δεν θέλεις να σηκωθείς από το κρεβάτι για να βγεις στον κόσμο. Δεν θέλεις να φορέσεις ξανά τον άλλο εαυτό , που σε περιμένει στην ντουλάπα σαν κάποιο σκοτεινό τέρας.

    Η αλήθεια είναι πως δεν γεννήθηκες για να διασκεδάζεις κανέναν άλλο πέρα από τον εαυτό σου. Δεν είσαι κλόουν , δεν καταπίνεις σπαθιά ούτε βγάζεις φωτιές από το στόμα σου. Οι εγγαστρίμυθοι έχουν πάψει να είναι της μόδας εδώ και καιρό. Το μόνο που έμεινε τελικά είναι ο εαυτός σου, ο πραγματικός σου εαυτός και τι θα κάνεις με αυτόν. Δεν πρέπει να σε απασχολεί τι θα σκεφτεί ο ένας και ο άλλος , αλλά να το κάνεις με όποια συνέπεια και αν δεχτείς. Ζήσε την στιγμή ,γιατί ο χρόνος κυλάει και θα ξυπνήσεις μια μέρα που το βάρος θα είναι ασήκωτο. Θα κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και θα δεις κάτι που δεν θα σου αρέσει , αλλά τότε θα είναι πια αργά. Πέταξε τον ψεύτικο εαυτό στα σκουπίδια και μην κοιτάξεις ποτέ ξανά πίσω. Ο κόσμος θα σε δεχτεί όπως πραγματικά είσαι. Με το περίεργο χιούμορ , τις παραξενιές σου, την εκκεντρικότητά σου και αν τελικά δεν το κάνει, αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Ο κόσμος μπορεί να είναι κακός, αλλά υπάρχει και η καλή πλευρά του. Το θέμα είναι να βρεις άτομα που δεν θα θέλουν να σε αλλάξουν με τίποτα στον κόσμο. Τότε θα νιώσεις όλα τα κομμάτια του εαυτού σου να ενώνονται και εκείνη η πίεση που είχες για να τους ευχαριστείς όλους, θα είναι μια κακή ανάμνηση.

    Σηκώνεσαι από το κρεβάτι.

verros

Ιστορίες Χριστουγέννων.

του Δημήτρη Βέρρου.

 

Περπατάω στον δρόμο. Το κρύο είναι τσουχτερό και καλύπτομαι καλύτερα με το κασκόλ και το παλτό μου. Κοιτάω γύρω μου. Ο δρόμος, τα δέντρα και τα μαγαζιά είναι στολισμένα με χρυσά λαμπάκια που αναβοσβήνουν ξέφρενα. Χριστούγεννα! Είναι η γιορτή που έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Από τα παράθυρα των σπιτιών, φαίνονται τα ψηλά πράσινα δέντρα. Είναι στολισμένα με πολύχρωμα στολίδια ,που περίμεναν κλεισμένα ένα χρόνο σε κούτες για να φανούν ξανά.

Θυμίζουν την παιδική μου ηλικία. Τις νύχτες που περίμενα να έρθει ο Άγιος Βασίλης. Τα στολίδια στο δέντρο που αναβόσβηνε και έδινε άλλη νότα στο σπίτι μας. Οι μυρωδιές από τα φαγητά για το τραπέζι των Χριστουγέννων που μαζεύονταν όλη η οικογένεια και εκεί, οι μεγάλοι μιλούσαν μεταξύ τους ενώ εμείς, οι μικροί, παίζαμε με τα δώρα μας και τρέχαμε στο σπίτι μέχρι τα μάγουλά μας να γίνουν κόκκινα. Ακόμα θυμάμαι τις εκδρομές με την οικογένειά μου, τον χιονοπόλεμο, τον πρώτο μου χιονάνθρωπο. Είναι όλες αυτές οι αναμνήσεις που ξυπνούν κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Μοιάζουν με τα φαντάσματα που επισκέφθηκαν τον Σκρουτζ την Παραμονή των Χριστουγέννων.

Κάθε σπίτι και κάθε άνθρωπος έχει μια δική του ιστορία Χριστουγέννων να αφηγηθεί. Δεν θα είναι πάντα χαρούμενη ή γιορτινή. Κάποιες φορές ίσως είναι στενάχωρη. Γιατί τα Χριστούγεννα δεν είναι μόνο τα λαμπάκια που αναβοσβήνουν , τα στολίδια και τα δώρα. Είναι και οι άστεγοι στον δρόμο που προσπαθούν να προστατευτούν από το κρύο. Είναι εκείνη η οικογένεια σε κάποιο σπίτι χωρίς στολίδια, που δεν της φτάνουν τα λεφτά για φαγητό.

Στα χέρια μου κρατάω μια σακούλα με παιχνίδια, ρούχα και τρόφιμα. Την αφήνω μαζί με άλλες σε ένα μεγάλο τραπέζι και βγαίνω ξανά στο κρύο, μόνο που τώρα δεν καλύπτομαι περισσότερο με τα ρούχα μου. Τώρα, δεν κρυώνω όπως πριν.

Κάνω μερικά τελευταία βήματα και μπαίνω στο σπίτι μου. Αμέσως, δέχομαι αγκαλιές και φιλιά. Η ζέστη αγκαλιάζει το κορμί μου και όταν κοιτάω γύρω μου βλέπω χαρούμενα πρόσωπα και την γιορτινή διάθεση που θυμάμαι από παιδί. Βγάζω το παλτό μου και κάθομαι στο τραπέζι, τώρα πια με τους μεγάλους, ενώ παρατηρώ τα πιτσιρίκια να σκίζουν με μανία το χαρτί από τα δώρα τους και έπειτα τα πρόσωπά τους που φωτίζονται από χαρά.

 

verros