*ριζόχαρτα

της Νίκης Κωνσταντίνου-Σγουρού

[ιστορίες για ανθρώπους που τα προλαβαίνουν όλα] #76

Ανεβαίνω σε ένα μπισκοτένιο αεροπλάνο και βρίσκομαι σε μία πόλη. Η πόλη είναι μεγάλη και παλιά: μοιάζει με μουσείο και σταθμό τραίνων. Υπάρχουν τραμ και άνθρωποι που περπατούν.

Πριν από 120 χρόνια μεγάλη πόλη δεν έμοιαζε τόσο με μουσείο, αλλά ετοίμαζε το υλικό που θα μπορούσε να εκθέσει. Ένας κύριος με πινέλα και μια γάτα στην αγκαλιά ζωγράφιζε τους τοίχους και τα ταβάνια του πανεπιστήμιου. Ενός πανεπιστημίου που τελικά αρνήθηκε τα σχέδιά του και του έβγαλε κοροϊδευτικά την γλώσσα. Ένας άλλος κύριος με μεγάλα μάτια θα σχεδιάσει τον εαυτό του άπειρες φορές με μπερδεμένες αρθρώσεις. Να πονάει και να μην ξέρει τι να πει.

Φλιτζάνια και καρέκλες. Ρούχα με ψηλούς γιακάδες και ένας σκελετός. Το παρελθόν μοιάζει με στοίβα από ριζόχαρτα. Στο καθένα είναι τυπωμένο κάτι τελείως διαφορετικό: η ερμηνεία των ονείρων, μια γαλάζια θάλασσα, το γράμμα κάποιου που θα πεθάνει μέσα στα χιόνια. Όταν είναι ακουμπησμένα το ένα πάνω στο άλλο δεν βλέπεις τίποτα. Αν πάρεις μόνο ένα από τον σωρό, δεν θα καταλάβεις τίποτα.

Ξοδεύουμε τον χρόνο μας σε μουσεία, μέσα σε βιβλία και πάνω από τραπέζια. Συζητάμε και αναρωτιόμαστε. Και κάπου εκεί ανάμεσα σε όλες τις λέξεις, τις εικόνες και τις συλλαβές, αντιλαμβανόμαστε ένα λεπτό άρωμα. Που θυμίζει την αλήθεια. Και είμαστε πολύ χαρούμενοι. Αλλά αυτό κρατάει μόνο μερικά δευτερόλεπτα.

Ένα άρωμα από φρεσκοψημένα μπισκότα. Τζίντζερ και κανέλα. Μια αγορά μέσα στο χιόνι. Βρεγμένες κάλτσες και ζεστά σκεπάσματα. Άλλη μια στοίβα από λεπτά χαρτιά που

περιμένει να μπει στη θέση της.

*χρώματος μανταρινί

της Νίκης Κωνσταντίνου-Σγουρού 

[ιστορίες για ανθρώπους που τα προλαβαίνουν όλα] #75

Έχω βάσιμες υποψίες πως η φετινή χρονιά θα είναι μανταρινί. Όχι ακριβώς πορτοκαλί, αλλά σε αυτή την πιο απαλή απόχρωση που έχουν οι φλούδες από τα μανταρίνια. Θα έχει και την μυρωδιά που κρύβουν οι πόροι του φρούτου και σκάνε όταν τους ξύσεις για να πιτσιλίζουν τα μάτια σου που τότε τσούζουν αλλά και καθαρίζουν.

Σε κάθε χειμωνιάτικη τσάντα υπάρχει ένα ξεχασμένο μανταρίνι: μια προσπάθεια εξυγίανσης της συνήθειας. Να σταθείς στην στάση του λεωφορείου, να το ξεφλουδίσεις και να ξεχωρίσεις μία μία τις φέτες. Τοποθετείς κάθε φέτα μπροστά στον ήλιο για να δεις αν έχει κουκούτσια. Σαν ακτινογραφία. Μετά θα ακολουθήσει η εγχείρηση με το νύχι.

Σκέφτομαι αυτή την τόσο αυτονόητη διαδικασία πάντα τοποθετημένη σε ένα περιβάλλον. Άλλοτε στον δρόμο για το σχολείο, στην σχολή ή μετά το μεσημεριανό και πριν από την επίσκεψη. Με την προσδοκία να μυρίζεις ωραία όταν θα συναντήσεις κάποιον. Και πως θα μυρίζει και εκείνος αντίστοιχα. Η μυρωδιά στο χέρι θα μείνει για καιρό.

Τα μανταρίνια είναι σαν τα χειμωνιάτικα πουλόβερ. Ικανά για τα πάντα. Για χουχούλιασμα και αγκαλιές, για καρφίτσες και καλά παλτά. Για όταν θέλεις να χαμογελάσεις στους πάντες και όταν θέλεις να κρυφτείς πίσω από το ψυγείο και ανάμεσα από το κρεβάτι και τον τοίχο. Για τις μέρες με τα ανοιχτά παράθυρα και τον χειμωνιάτικο ήλιο ή για τη βροχή που σε ακολουθεί και κολλάει στα μαλλιά σου τις πιο λάθος μέρες.

Μοιάζουν με χαμένες ομπρέλες ή με τις ολόιδιες αγορασμένες ξανά. Διευθύνουν διαλόγους και κατευθύνουν συζητήσεις. Σκίζεις μία φέτα από το σύνολο και ακουμπώντας τον ώμο την ταΐζεις. Τα δάχτυλα βρίσκουν τα ξεραμένα χείλια. Διαλέγεις τα ακέρωτα για να γίνουν παιχνίδι: μικρό μπαλάκι που καθοδηγεί τα πρώτα βήματα. Και με έκπληξη διαπιστώνεις πως υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν να φάνε την -κατά κοινή ομολογία- μη βρώσιμη φλούδα.

Έτσι. Αυτή η χρονιά που εγκαινιάζει τη δεκαετία θα θυμίζει μανταρίνι. Που βράζει και πολτοποιείται και γίνεται γλυκό με φλουρί που ονομάζουμε βασιλόπιτα. Αλλά και που ξεμένει σκέτη φλούδα πάνω στο καλοριφέρ να γεμίζει άρωμα το σπίτι. Άρωμα και δέρμα απαλό.  

 

konstantinou sgourou

*η λεπτή τέχνη του να αποχωρίζεσαι

της Νίκης Κωνσταντίνου-Σγουρού

[ιστορίες για ανθρώπους που τα προλαβαίνουν όλα] #74

Βρίσκομαι στο σημείο εκείνο που σκάει το κύμα. Στο σημείο μετάβαση. Αλλά βρέθηκα εδώ τόσο φυσικά, βιαστικά και αυτόματα που ξέχασα να αγχωθώ. Κοιτάω τα κύματα, φαντάζομαι τα ψάρια, το ηλιοβασίλεμα και όλα τα παιδάκια που έμαθαν εδώ να κολυμπάνε.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχα την τύχη να σπουδάζω ακριβώς αυτό που μου επέτρεπε να είμαι ο εαυτός μου πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο. Ένας εαυτός διαιρεμένος ανάμεσα σε κουκλόσπιτα και λερωμένα γόνατα, σε φλιτζάνια με βιαστικό καφέ και βιβλία για το Ολοκαύτωμα. Σημειώσεις γεμάτες με νόμους και θεωρίες, αλλά και απαλά χαμόγελα σχεδιασμένα στην άκρη της σελίδας. Μια «κυρία» πιο παιδάκι από ποτέ, που μεταμφιέζεται σε μάστορα (όταν εκκρεμούν σκηνικά) και οδοντίατρο (όταν κουνιόνται τα δόντια), σε αυστηρή κουκουβάγια (όταν πρέπει να πούμε την προπαίδεια του εφτά) και σε μεγάλη αδερφή (που χαρίζει τα ρούχα της). Στα σχολεία και πάνω στα μωσαϊκά έμαθα να κλαίω χωρίς να φαίνεται και να γελάω τόσο που να φαίνεται, να μιλάω πιο αργά και να μην θυμώνω τόσο. Στην σχολή και στους δέκα της ορόφους έμαθα να χαμογελάω σε ανθρώπους που στην αρχή που φαίνονταν απαράδεκτα αντιπαθητικοί, να φιλτράρω πληροφορίες και εικόνες, να διαβάζω αναλυτικά προγράμματα. Έμαθα να σκέφτομαι σαν μαθητευόμενη δασκάλα. Να γεμίζω την τσάντα μου με τα απαραίτητα και να εκμεταλλεύομαι σωστά τον χρόνο.

Κάθε φορά που αποκτούσα μαθητές μικρής διάρκειας -παιδάκια κρεμασμένα πάνω μου ή άλλα πιο διστακτικά και απομακρυσμένα- ήξερα πως στο τέλος θα έπρεπε να τα χαιρετήσω. Όσες κι αν είναι οι ζωγραφιές που θα λένε πάνω «για την κυρία με αγάπη», όσες κι αν είναι οι μυστικές ιστορίες, οι καβγάδες που θα αποτρέψεις, τα γκολ που θα πανηγυρίσεις, οι σκέψεις που θα σε κρατήσουν ξύπνιο το βράδυ, ο αποχωρισμός είναι εκεί και σημαίνει το αναπόφευκτο τέλος της σχολικής χρονιάς ή της πρακτικής ή του ιδιαιτέρου ή του διαλείμματος. Τα παιδάκια έρχονται σε εσένα πάντα για λίγο. Για ένα λίγο που έχει σημασία και νόημα. Που είναι βαρύ και ουσιαστικό, μα πάντα λίγο. Τόσο ώστε να ανέβετε μαζί ένα σκαλοπάτι και μετά εκείνα να χοροπηδήσουν ανεβαίνοντας μόνα τους άλλα τέσσερα.

Έτσι κι εγώ. Κοιτάω το κύμα που σκάει μπροστά στα πόδια μου και συνειδητοποιώ πως πρέπει να χοροπηδήξω. Μόνη μου. Ή έστω περίπου μόνη μου. Να αποχωριστώ τις σκάλες και τους ανθρώπους, το λεωφορείο και τις εξεταστικές. Το αμφιθέατρο, η βιβλιοθήκη, οι διάδρομοι θα υπάρχουν εκεί. Η εξοικείωση είναι ανεξίτηλη, αλλά οι τόποι σταθεροί και απομακρύνονται. Κρατώ την ακαδημαϊκή μου ταυτότητα (την πλαστική και επισήμως απενεργοποιημένη) κρυμμένη μέσα στο πορτοφόλι μου: ως ενθύμιο και ως διαβατήριο διακοπών.

Η θάλασσα είναι δροσερή, οπότε λέω να βουτήξω. Καλό καλοκαίρι.

 

konstantinou sgourou

*χάπισαντ

της Νίκης Κωνσταντίνου-Σγουρού

[ιστορίες για ανθρώπους που τα προλαβαίνουν όλα] #73

Αυτό που ακολουθεί είναι ένα κείμενο παρένθεση. Παρένθεση απολογητική που χωράει μέσα όλες τις ωραίες λέξεις που δεν μπορούν να μπουν στα κείμενα που αναγκάζομαι να γράφω αυτές τις μέρες.

Οι λέξεις με περιμένουν μόλις ανοίξω την πόρτα, κρατάνε τα κλειδιά που ξέχασα και με ακολουθούν με μικρά βήματα κάθε φορά που βγαίνω από το σπίτι. Πιάνουν τη θέση που θέλω στο λεωφορείο και αναγκάζομαι να στέκομαι όρθια με το σακίδιο να βαραίνει την πλάτη μου. Είναι όμορφες όμως και κάπως συμπαθητικές οπότε χαίρομαι που υπάρχουν και μπλέκονται στα πόδια μου.

Οι παρενθέσεις έχουν ενδιαφέρον γιατί μπορούν να είναι ταυτόχρονα χαρούμενες ή θλιμμένες: εξαρτάται από το αν έχεις μάθει να διαβάζεις από τα αριστερά προς τα δεξιά ή το αντίστροφο. Αν γυρίσεις το κεφάλι σου ανάποδα βλέπεις ένα μικρό χαμόγελο να σχηματίζεται σε μία δυστυχισμένη φατσούλα. Και μάλλον έτσι είναι πάντα. Σαν τις μάσκες του αρχαίου θεάτρου, σαν κρουασανάκι που ξεχειλίζει σοκολάτα και λεκιάζει το μπλουζάκι σου.

Αν αφήσεις το αίμα να κυλίσει στο κεφάλι σου, θα δεις πως το ταβάνι είναι γεμάτο απρόσμενα γέλια. Σαν μικρά σύννεφα κατεβαίνουν φράσεις δροσερές σαν καλοκαιρινή βροχή. Τις μαζεύεις και φτιάχνεις ένα κείμενο. Με αυτό ταΐζεις τις λέξεις και έτσι αυτές αποφασίζουν να πάνε -έστω για λίγο- για ύπνο. Όταν το βράδυ θα επιστρέψεις στο κρεβάτι, αυτό θα είναι ζεστό.

Τα σκεπάσματα φτιάχνουν μια παρένθεση απαλή. Χαρούμενη ή θλιμμένη ανάλογα αν μπαίνεις ή βγαίνεις. Ή καλύτερα άλλοτε χαρούμενη ή θλιμμένη ανεξάρτητα από το αν μπαίνεις ή βγαίνεις και ανάλογα από το τι υπάρχει εκεί έξω ή εκεί μέσα για σένα.

Περιφέρεσαι όλη τη μέρα με πέδιλα, αλλά βάζεις κάλτσες μόλις πας στο σπίτι. Οργανώνεις τα πάντα για να εξασφαλίσεις ένα διάλειμμα. Διαβάζεις ένα βιβλίο και χάνεις τη σελίδα. Φτιάχνεις ένα αποτυχημένο κέικ αλλά απολαμβάνεις τη διαδικασία. Πίνεις φραουλοχυμό με τζιν. Και εκεί που είσαι έτοιμος να σκάσεις, σκας. Αλλά σκας στα γέλια.

Κρύβεις τα πάντα μέσα στην παρένθεση. Χαμογελάς στις λέξεις και τρέχεις να προλάβεις το λεωφορείο.

 

konstantinou sgourou

*μπλουμ εις το κύμα

της Νίκης Κωνσταντίνου-Σγουρού

[ιστορίες για ανθρώπους που τα προλαβαίνουν όλα] #72

Είναι τα μικρά πράγματα: τα μάτια που όταν κλείνεις τα βλέφαρα μοιάζουν με απαλά χαμόγελα. Τα μαλλιά που το καλοκαίρι γίνονται μπούκλες και ξανθά. Κυματίζουν σαν θάλασσα. Η χτένα ταξιδεύει σαν καραβάκι.

Κοχύλια είναι οι παραλίες και οι χάντρες στα χρωματιστά κορδονάκια στα χέρια των κοριτσιών. Είναι ακόμα αυτά τα κορίτσια που λένε δυνατά και περήφανα τα λόγια τους σε μια υδρόβια θεατρική παράσταση.

Είναι και μια πετρούλα που σου βαραίνει την τσέπη μέχρι που κάποιος αποφασίζει δυναμικά να τη ρίξει μακριά στο κύμα. Είναι τα δάκρυα που είναι αλμυρά αλλά είναι και χαρούμενα άμα βρέχουν τα ρούχα κάποιου άλλου.

Είναι ένα ποτήρι νερό που σε ξεδιψάει. Μια σκηνογραφία και μια παιδική ηλικία που ανασταίνεται ακόμα και όταν πια έχεις γίνει μεγάλος. Μια παράσταση ανάμεσα στις σελίδες παιδικών βιβλίων, σε ζωγραφιές, σε πολαρόιντ στις τσέπες, σε ζαχαρωτά που κάνουν την γλώσσα μπλε, σε φιλιά και λουλούδια. Μια φωνή που λέει «μαμακοίτα –  κοίτα, μαμά!». Είναι όλα εκείνα τα επίπεδα που αλλάζουμε, τα βήματα που κάνουμε. Οι πισίνες και τα μπρατσάκια που δεν τα χρειαζόμαστε πια. Μαθαίνουμε να ζούμε, όταν μάθουμε να επιπλέουμε.

Είναι άσπρα ρούχα και γαλάζια μαγιό. Είναι έλλειψη βιταμίνης ντε και ανάγκη για διακοπές.

Είναι οι παραστάσεις που εσύ τις βλέπεις από μακριά και πίσω από τους σβέρκους των θεατών, που πρέπει να κλάψεις με χρονοκαθυστέρηση. Που μοιράζεσαι τη διακειμενικότητα και την υποκειμενικότητα. Που κάθε φορά χαμογελάς πονηρά γιατί υπάρχει κάτι που μόνο εσύ καταλαβαίνεις. Γίνε φάλαινα επιτέλους. Δαγκώνεις τα χείλια.

Είναι το μπλουμ. Σας λέω αλήθεια. Είναι αυτό που προσπαθώ να εξηγήσω: πως δεν υπάρχει μακριά και κοντά· υπάρχει το εδώ απλωμένο παντού.

Μόνο νερό.

 

konstantinou sgourou

*πάρτυ

της Νίκης Κωνσταντίνου-Σγουρού 

[ιστορίες για ανθρώπους που τα προλαβαίνουν όλα] #71

-Πάρτυ; Τι πάρτυ;

Καθώς αλλάζει η μέρα και νυστάζω περισσότερο από όσο πρέπει και η τσάντα για το σχολείο είναι έτοιμη δίπλα μου, σκέφτομαι το πάρτυ των γενεθλίων μου, το οποίο καταρχήν και πριν από όλα οφείλει να γράφεται με υ.

Τα γενέθλια είναι μερικές φορές μικρές πρωτοχρονιές. Κρύβουν ενθουσιασμό και αγωνία ή άλλοτε ψυχραιμία και συγκαταβατικό χαμόγελο στο άγχος της επόμενης μέρας και των στόχων της. Είναι μέρα που γεμίζει με ευχές, προσδοκίες και ωραία ρούχα. Είναι σαν να ανάβει ένα μικρό φωτάκι και όλοι ξαφνικά σε βλέπουν και σου εύχονται τα καλύτερα. Πυροτεχνήματα σκάνε στο μπαλκόνι μόλις πάει δώδεκα.

-Άρα πάρτυ με ποτά και φώτα; Με πολύ κόσμο και ξένους που αναρωτιούνται αν είσαι εσύ αυτός που τους κάλεσες;

Σκέφτομαι πως πριν από πέντε χρόνια σε μια ταράτσα γεμάτη ανθρώπους περιμέναμε το ξημέρωμα, συνδέσαμε ηχεία που καθόντουσαν αχρησιμοποίητα μέχρι να μας φανούν χρήσιμα, βγάλαμε έξω την πολυθρόνα και γεμίσαμε πούπουλα τον τόπο εξαιτίας μιας γκράντε εμφάνισης. Αλλά όχι. Όχι τέτοιο πάρτυ τώρα.

-Τι πάρτυ τότε;

Πάρτυ με μπόμπα και χάρτινα πιατάκια. Πάρτυ με σημαιάκια και μπαλόνια. Με ανοιχτές τις μπαλκονόπορτες. Ένα πάρτυ που οι καλεσμένοι θα φοράνε κίτρινα καλτσόν και παπουτσάκια με μπαρέτα. Η τούρτα θα έχει πάνω ζωάκια και θα είναι έκπληξη ακόμα και για μένα μέχρι να σβήσω τα κεράκια. Πάρτυ με προσκλήσεις και κατασκευές. Με απλωμένα τα ωραία παιχνίδια και ανυπομονησία για το πρώτο κουδούνι που θα χτυπήσει.

-Και πότε θα γίνει αυτό το πάρτυ;

Τυλίγω τα γενέθλιά μου με χαρτί περιτυλίγματος και περιμένω να μου τα προσφέρω ως δώρο όταν θα έχω χρόνο. Πέφτω στο πάτωμα για να κοιμηθώ, κρατώ τον χρόνο μέσα στις παλάμες μου και του κάνω παρέα κατεβάζοντας όλους τους διακόπτες. Ξέρω πως όταν θα έρθει η ώρα να σβήσω τα κεράκια θα ευχηθώ και φέτος πάλι να μικρύνω. Και νομίζω πως το καταφέρνω: κάθε χρόνο και λίγο πιο νήπιο.

Ο εναλλακτικός τίτλος σήμερα θα μπορούσε να είναι «ιστορίες για ανθρώπους που τα προλαβαίνουν όλα, εκτός από το πάρτυ των γενεθλίων τους». Ναι, τέτοιο πάρτυ.

konstantinou sgourou

*εξήντα χρόνια

της Νίκης Κωνσταντίνου-Σγουρού

[ιστορίες για ανθρώπους που τα προλαβαίνουν όλα] #70

Η αδερφή μου λέει συχνά πως είμαι θύμα του καπιταλισμού – δαρμένη από τον καπιταλισμό για την ακρίβεια. Κρατάω μια μικρή επιφύλαξη, μήπως το κείμενο αυτό γράφεται υπό την επήρεια αυτής μου της αδυναμίας.

Θέλω να γράψω όμως για να κορίτσια που ξέρω: κορίτσια που μεγάλωσαν και έκαναν δικά τους παιδιά, κορίτσια που θέλουμε να γίνουμε δασκάλες, τις μαμάδες μας, κορίτσια που πάνε ακόμα στο δημοτικό ή στο σχολείο γενικά. Κορίτσια που παίζουν, έπαιξαν ή θα παίξουν με την μπάρμπι.

Για μένα η μπάρμπι δεν ήταν ποτέ μία μεμονωμένη ενότητα, μία μόνη ξανθιά κούκλα. Ήταν το σύνολο των πλαστικών γυναικών που ονόμαζα «μπάρμπες» και ήταν το αγαπημένο μου παιχνίδι. Έχω περάσει ατελείωτες ώρες μοιρασμένες μέσα σε πολλά χρόνια να παίζω μαζί τους. Αποφάσιζα τα ονόματα και τις ιδιότητές τους όταν τις αποκτούσα, και έπειτα τις άφηνα να μεγαλώνουν μαζί μου. Τα χαρακτηριστικά, οι ανάγκες και το γούστο τους άλλαζαν καθώς περνούσαν τα χρόνια. Οι μπάρμπες μου είχαν επαγγέλματα. Ήταν καθηγήτριες στο πανεπιστήμιο, δασκάλες, φωτογράφοι. Είχα μία δικηγόρο και μία χορογράφο. Είχαν ωραία διαμερίσματα με μικροπράγματα που τους έφτιαχνα εγώ, μοιράζονταν τα ρούχα τους και μια υπέροχη γυναικεία αλληλεγγύη. Κάποια πράγματα ήταν κοινά. Ήταν μια ιδιαίτερη μητριαρχική οικογένεια. Στο παιδικό μου μυαλό τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα.

Περνούσα ώρες προαποφασίζοντας το σενάριο, μελετώντας τα επόμενα βήματα στις ζωές τους. Έφτιαχνα τους διαλόγους τους στο μυαλό μου. Συχνά δεν τους έπαιζα καν, αλλά προχωρούσα στα επόμενα βήματα. Αφού τα είχα σκεφτεί είχαν γίνει.

Ασχολούμουν προφανώς και με το τι θα φορέσουν. Με ενδιέφερε να έχουν πολλές επιλογές και να είναι προσεγμένα τα ντυσίματά τους. Θυμάμαι τα αγαπημένα μου μωβ παπούτσια με χοντρό τακούνι (που μου θυμίζουν ένα ζευγάρι πράσινα που αγόρασα εγώ), κάτι γαλάζια φουτουριστικά πέδιλα, μια πρασινοκίτρινη εμπριμέ φούστα, μια απαλή ροζ ολόσωμη φόρμα (ήταν περισσότερο της χορογράφου)… Το ντύσιμο της μπάρμπι είναι ένα διαγενεακό σημείο συνάντησης: συχνά γιαγιάδες και εγγονές ράβουν, κεντάνε, επαναχρησιμοποιούν κουρελάκια και υφάσματα για να πολλαπλασιάσουν τις επιλογές.

Θυμώνω πολύ με την επίθεση που γίνεται στην μπάρμπι. Θυμώνω που υπάρχουν άνθρωποι που τη θεωρούν υπεύθυνη για τους ρόλους που υιοθετούν οι γυναίκες. Λες και γίνεται να φταίει μόνο του ένα παιχνίδι. Που κατηγορούμε την προσήλωση στην εξωτερική εμφάνιση. Πώς τάχα αυτή επέβαλε το ροζ. Δεν ένοιωσα ποτέ έτσι, οπότε παρακολουθώ εδώ και καιρό με προσοχή όλες τις καμπάνιες, τα διαφορετικά σώματα που παράγει η εταιρία πια, τα προφίλ στα σόσιαλ μίντια. Η μπάρμπι είναι ένα άδειο σώμα έτοιμο να δεχτεί πολύ περιεχόμενο από αυτόν που την αποκτά. Προτείνει ρόλους που μπορεί να εμπνεύσουν ή μπορεί να μην σου φανούν αρκετοί. Για την ιστορία αναφέρω πως η επίσημη μπάρμπι βάζει υποψηφιότητα για πρόεδρος των ΗΠΑ σε κάθε εκλογές, έχει γίνει μεταξύ άλλων πιλότος και χειρούργος από το 1970 – δεν βρίσκω κάτι προβληματικό σε αυτές τις επιλογές. Και σίγουρα δεν βρίσκω προβληματικό πως η μπάρμπι εδώ και εξήντα χρόνια αντικατοπτρίζει σε μια μόνη πλαστική κούκλα τις εποχές που ζούμε, ενώ ταυτόχρονα θυμίζει στα κορίτσια όλου του κόσμου πως μπορούν να γίνουν ό,τι μα ό,τι θέλουν. Και να φοράνε ταυτόχρονα όσο ροζ θέλουν.

Τα κορίτσια που ξέρω δεν έγιναν ούτε και είναι καθόλου «όπως η μπάρμπι», έγιναν και γίνονται περισσότερο όπως οι δικές τους μπάρμπες. Εξελίσσονται ως εκδοχές του εαυτού τους προς την κατεύθυνση που ξεκίνησαν μικρές, ανάλογα με τις πρώτες αποφάσεις που πήραν. Οι μπάρμπες μου ήταν ό,τι ήθελα να γίνω. Και ό,τι δεν ήθελα, αλλά ήθελα να έχω δοκιμάσει πρώτα.

 

konstantinou sgourou