Καρτ ποστάλ

Της Ζωής Καρανάσιου

Ένιωσα στην άκρη του απείρου, την ακροβασία του χρόνου.

Πώς ισορροπούν άραγε,

Τόσες στιγμές κρεμασμένες σε μια ατέλειωτη κλωστή;

Όλα κυλούν απροσάρμοστα κι ασυγχρόνιστα∙

Άλλαξε ο καιρός. Έβγαλε ψύχρα,

Τώρα τα αποδημητικά μας συναισθήματα άφησαν τα ίχνη τους

Σε καλοκαιρινές καρτ ποστάλ.

Η αρχή όπως κάθε φορά ακουμπά το προηγούμενο τέλος της∙

Κι η αχνιστή σιωπή μας θα ζεστάνει την αναγεννημένη αυγή,

Που ακολουθεί πιστά τον απροσάρμοστα συγχρονισμένο χρόνο.

 

karanasiou2

Στην ηδονή της ποίησης

Της Ζωής Καρανάσιου

Τριγυρνά το σώμα
Σε κόσμο αμφίβολο,
Μήπως συναντήσει
Της ψυχής σου το είδωλο.

Λέξεις
Και ανθρώπων σχέσεις
Σε μια αιώνια συναλλαγή∙
Εγκλωβίζεσαι
Στο αόρατο σου σώμα
Πληγωμένο όπως είναι,
Από την καταστροφική κενότητα
Του ξεθωριασμένου χαρτιού.

Απροστάτευτα είδωλα
Παίρνοντας σάρκα
Μέσα από την αγριότητα των λέξεων.
Ασυγχώρητος,
Μέσα στην προδοσία
Βυθίστηκες∙
Γυμνή η αγκαλιά της ποίησης τελικά.
Έτσι βίωσα την ατέλειωτη ηδονή.

karanasiou2

Ισορροπία

Της Ζωής Καρανάσιου

Στο λευκό μέσα μου

Ανάβουν τα φώτα της ψυχής.

Ισορροπώ.

Η νύχτα ξημερώνει

Στο ανάλγητο σώμα μου.

Η ζωή μου στο μέσα και το έξω,

Μαζί με τον καπνό που λούζει

Τον αεικίνητο ουρανό.

Ισορροπώ,

Στην ακυβέρνητη σιωπή που δροσίζει

Τα άγρυπνα βλέφαρα μου.

Ισορροπώ,

Σε στιγμές φωτογραφικές

Μιας απογυμνωμένης ζωής

Στα φιλμ του κόσμου.

karanasiou2

Ο εύθραυστος εαυτός

Μέρες περνούν,

Στο φόντο του αβάσταχτου αέρα.

Άκουσα,

Μέσα στο μικροσκοπικό μου σύμπαν

Το άγγιγμα σου

Πάνω στο χιλιοτρυπημένο μου σώμα.

Ήρθες,

Μα εγώ δε σε περίμενα.

Είχα ξεσυνηθίσει κάθε ανθρώπινη φωνή,

Μονάχα οι λέξεις

Μπορούσαν να ζωντανεύουν,

Να μου μιλούν,

Να νιώθουν.

Το είναι σου ελαφρό,

Σαν παγωμένη σταγόνα

Στον άχρονο χειμώνα.

Με ψήγματα ευτυχίας

Συναρμολογώ τη νέα μου μορφή,

Πρόσωπα και προσωπεία

Να σαλεύουν

Σε άφθαρτες σκέψεις

Κι ό,τι έχει απομείνει στο άδειο δωμάτιο

Που γέμισε με την απουσία

Του ελάχιστου εαυτού μου.

karanasiou2

Κλίμα φυγής

Της Ζωής Καρανάσιου

Ο δείκτης του ρολογιού

Βιάστηκε να αγγίξει το επόμενο λεπτό

Σ’ ένα χρόνο αόριστο∙

Κι ας χάσαμε

Μια ακόμη ζωή στη θολή γραμμή των οριζόντων.

Αναμνήσεις φευγαλέες

Σαν ρυτίδες στα πρόσωπα μας

Χρωματίζουν το ξεθωριασμένο φωτογραφικό χαρτί

Στον καπνισμένο τοίχο,

Που υπομονετικά

Κι αθόρυβα

Αποδέχθηκε τη φθορά μιας ζωής μεταβλητής.

Ανέβαλα κάθε λεπτό

Την αλλαγή του τραγουδιού,

Καθώς έσβηνα

Στο γεμάτο σταχτοδοχείο

Αγκαλιές,

Που θαρρείς πως χωρούσαν

Τον ιστό του κόσμου.

Κι έτσι ισορρόπησα,

Ανάμεσα στη φυγή και την προσμονή.

karanasiou2

Έρημος, η σάρκα.

Της Ζωής Καρανάσιου

Μη με πιστεύεις,

Γιατί οι λέξεις από πηλό

Είναι καμωμένες.

Πλάθω το χαμόγελό σου

Καλοσχηματισμένο,

Στα τυφλά μάτια της ψυχής.

Κι αν ζεις αλλού,

Σε μια σκέψη μου

Κρύβεται η αγκάθινη ύπαρξή σου.

Συνήθισα

Να υπνωτίζομαι

Σε αίθουσες αναμονής,

Επούλωσης πληγών.

Μην πιστεύεις

Τούτες εδώ τις λέξεις,

Κι ας είναι αληθινές,

Γιατί είναι φθαρτό το περίμβλημά τους.

Σαν το γυμνό κορμί μου

Που ξεδιψά

Σε μια σταγόνα ηδονής∙

Βουλιάζω αυτή την τελευταία νύχτα

Στο άπειρο,

Για να λησμονείς κάθε χάδι

Στην τσαλακωμένη σάρκα σου.

Μην πιστεύεις

Την τρεμάμενη φωνή μου.

Είναι παρελθόν.

 

Θα ‘ρθει καιρός, μ’ ακούς;

Της Ζωής Καρανάσιου

Πες μου,

Πως θα σωθώ

Αν χαμηλώσω τη φωνή μου;

Πολεμώ,

Σκυμμένος και βουβός

Ό,τι ρημάζει.

Σκορπιέμαι στο δρόμο της φωτιάς

Και βαστάζω

Την κουρελιασμένη μοίρα μου.

Μα, θα ‘ρθει καιρός

Μ’ ακούς,

Που η σιωπή

Θα γίνει κραυγή,

ήλιος τρεμάμενος θα υψωθεί

και θα μας καλεί

να δραπετεύσουμε απ’ το θάλαμο

του σάπιου κόσμου.

Φύλαξε μονάχα,

Τις ιδέες σου

Μην τυχόν και κρυφτούν

Στη σκόνη κάποιας παραμυθίας των καιρών.

karanasiou2