Ο δρόμος της επιστροφής

«θυμήσου, μέσα στα μάτια που σε κύτταζαν×

πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου σώμα.»

Κ. Π. Καβάφης, «Θυμήσου, σώμα…», 1918

 

Τέσσερις τοίχοι, ένα παράθυρο μόνο:

το άνοιγμα για τον έξω κόσμο

ίσα – ίσα, για να αφήνει μία χαραμάδα φωτός.

 

Γύρω μου, ησυχία νεκρική

– Ή μήπως όχι; –

Βουητά πολλά, φωνές και μνήμες του παρελθόντος.

 

Προσπαθώ να μη θυμάμαι, να μη σκέφτομαι.

Μα, τα σημάδια ανεξίτηλα, δε με αφήνουν να ξεχάσω.

Ξέρεις, τα της ψυχής δεν επουλώνονται.

 

Ξαφνικά, ακούω μία μουσική

γνώριμη, πολύ. κάτι μου θυμίζει.

και τότε θυμάμαι.

—————————————————————————————————————————

Νιώθω ένα δροσερό αεράκι,

μπαίνει από το μισάνοιχτο παράθυρο,

για να δροσίσει δύο κορμιά, γυμνά.

 

-ή μήπως είναι ένα;-

 

Η κίνηση της πόλης στο βάθος, ακόμη ζωντανή,

ξαφνικά όμως βουβαίνει και μετά σωπαίνει

ακούς μόνο ανάσες και φωνές – ηδονής, πάθους -.

 

Έχουν μόλις ξεγυμνώσει τις ψυχές τους,

δε τους νοιάζει ο κόσμος

μόνο – η ένωση-, η συνομιλία των ψυχών τους.

 

Πλέον, τα λόγια ήταν λίγο περιττά,

το πάθος, η ηδονή, ξέρεις … κυριεύει

-δεν έμεινε και κάτι άλλο να πουν άλλωστε, τα είπαν όλα-

 

Ένα φιλί με γεύση φθηνού κρασιού,

Θυμίζει καλοκαίρι – χωρίς να είναι –

Ήταν το καλοκαίρι της – μίας – ψυχής εκείνης.

 

Σε λίγο, η πόλη είχε πια κοιμηθεί.

και εκείνοι, ξάγρυπνοι ακόμη,

σε μία δική τους πόλη, που ποτέ δε θέλει να κοιμάται.

 

Σε εκείνη τη πόλη, είχε πάντα σκοτάδι,

δεν είχε φως ποτέ, γιατί … το φως της ημέρας

θα έφερνε αλήθειες που κανείς τους δεν ήθελε.

 

 

Και εκείνοι, είναι ακόμη ένα –

«θα κλείσω το παράθυρο, έτσι δε θα ξημερώσει ποτέ

και δεν θα φύγεις ποτέ από κοντά μου».

 

Όμως, κάποτε, ξημέρωσε.

Και εκείνη, την ξύπνησε ο θόρυβος της πραγματικότητας.

Άνοιξε τα μάτια της, και τα δικά του την κοιτούσαν ήδη.

 

-ήξεραν άραγε ήταν και η τελευταία;-

 

Η γεύση του φιλιού εκείνο το πρωί,

είχε λίγο αλλάξει.

Είχε μία πίκρα από τσιγάρο και σκέτο καφέ.

 

Ο ήχος μίας παλιάς πόρτας ακούστηκε πίσω της,

και εκείνη, περπατώντας μόνη – για πρώτη φορά μετά από καιρό-

ήξερε, πως η πικρή γεύση αυτή, θα έμενε- ίσως για πάντα-.

—————————————————————————————————————————

Τώρα, κλείνω μόνη μου το παράθυρο.

Όχι όμως για να μη φύγεις,

καθώς πια έφυγες και δε σε πρόλαβα

 

Μα, το κλείνω γιατί δε θέλω άλλο

κάτι να θυμηθώ

μόνο αυτή η νύχτα μου αρκεί.

 

Γιατί εκείνη τη νύχτα έμαθα,

πως ο δρόμος   – εκείνος –  της επιστροφής,

πονάει περισσότερο από τις στιγμές του ταξιδιού

 

(Και δε θέλω άλλο να πονάω.

Δε θέλω άλλο να νευριάζω.

Χόρτασα πόνο πια, και οργή.)

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s